Η κλήση, η αδικία, ο δήμαρχος και το αιώνιο ελληνικό πρωτάθλημα της προσωπικής εξαίρεσης.
Υπάρχει μια φράση που στην Ελλάδα δεν χρειάζεται να την αναζητήσεις. Δεν χρειάζεται να κάνεις δημοσκόπηση, να ανοίξεις διαβούλευση ή να καλέσεις ειδικούς κοινωνιολόγους. Αρκεί να περάσει η Δημοτική Αστυνομία από έναν δρόμο, να αφήσει μια κλήση στο παρμπρίζ και να περιμένεις λίγα δευτερόλεπτα.
«Εμένα βρήκαν;»
Και κάπως έτσι, αγαπητοί κάτοικοι στου Ζωγράφου, ξεκινάει μια ολόκληρη φιλοσοφική συζήτηση για τη δικαιοσύνη, την ισότητα, την κοινωνική αδικία και το γεγονός ότι ο κύριος που έχει αφήσει το αυτοκίνητό του πάνω στο πεζοδρόμιο εδώ και σαράντα λεπτά θεωρεί πως η Δημοτική Αστυνομία έχει βάλει προσωπικό στόχο την οικογένειά του.
Δεν έχει σημασία ότι το αυτοκίνητο βρίσκεται εκεί.
Δεν έχει σημασία ότι ένας πεζός μπορεί να χρειαστεί να κατέβει στον δρόμο για να περάσει.
Δεν έχει σημασία ότι η παράβαση υπάρχει.
Το σημαντικό είναι πως υπήρχαν και άλλοι.
Άλλοι που πάρκαραν παράνομα. Άλλοι που έκλεισαν ράμπες. Άλλοι που άφησαν το αυτοκίνητο σε σημείο που δεν έπρεπε. Άλλοι που, σύμφωνα με την αλάνθαστη λαϊκή δικαιοσύνη, έπρεπε να έχουν συλληφθεί, καταδικαστεί και πιθανώς να τους αφαιρεθεί το δικαίωμα να αγοράζουν καφέ μέχρι το 2032.
Αλλά εμένα;
Εμένα βρήκαν;
Η Δημοτική Αστυνομία ως προσωπικός εχθρός
Ας υποθέσουμε ότι ένας δημοτικός αστυνομικός κάνει τη δουλειά του. Βλέπει μια παράβαση, εφαρμόζει τη διαδικασία και βεβαιώνει την κλήση.
Δεν έρχεται να σου ζητήσει το χέρι σε γάμο. Δεν σου ανακοινώνει ότι απορρίφθηκες από το πρόγραμμα επιδότησης διακοπών. Δεν σε καλεί να συζητήσετε τις παιδικές σου αναμνήσεις.
Εφαρμόζει έναν κανόνα.
Και όμως, η αντίδραση συχνά μοιάζει σαν να σε βρήκε προσωπικά σε μια μυστική αποστολή που ξεκίνησε πριν από χρόνια.
«Με μένα τα βάζουν. Τους άλλους δεν τους βλέπουν;»
Φυσικά και πρέπει να εξετάζεται αν οι έλεγχοι γίνονται με συνέπεια. Φυσικά και η επιλεκτική εφαρμογή των κανόνων θα ήταν σοβαρό ζήτημα. Αν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία για άνιση μεταχείριση, αυτά πρέπει να εξετάζονται και να καταγγέλλονται θεσμικά.
Αλλά το επιχείρημα «υπάρχουν και άλλοι παραβάτες» δεν μετατρέπει αυτομάτως τη δική μας παράβαση σε νόμιμη πράξη.
Αλλιώς, ας το οργανώσουμε σωστά.
Να μη γράφεται κανείς μέχρι να εντοπιστούν όλοι.
Να περιμένουμε πρώτα να βρούμε και το τελευταίο παράνομα παρκαρισμένο αυτοκίνητο της Αθήνας και μετά να ξεκινήσουμε τις κλήσεις. Με απόλυτη σειρά, δικαιοσύνη και πιθανότατα κάποια στιγμή το 2087.
Το μεγάλο επιχείρημα: «Γιατί δεν γράφετε τους άλλους;»
Εδώ είναι που η κατάσταση αποκτά μια σχεδόν ποιητική διάσταση.
Ο πολίτης που παραπονιέται επειδή τιμωρήθηκε για παράβαση, πολλές φορές δεν ζητάει απλώς να ελεγχθεί αν η κλήση ήταν σωστή. Ζητάει να πληροφορηθεί γιατί η Δημοτική Αστυνομία δεν έχει ήδη λύσει ολόκληρο το πρόβλημα της παρανομίας στην πόλη.
Και η ερώτηση δεν είναι παράλογη ως προς την ανάγκη για συνεπείς ελέγχους. Είναι όμως εντυπωσιακό πώς μπορεί να χρησιμοποιείται για να μετατοπιστεί η συζήτηση.
«Εγώ γιατί;»
Γιατί ίσως παραβίασες τον κανόνα.
«Και ο άλλος που είναι απέναντι;»
Πρέπει να ελεγχθεί κι εκείνος, εφόσον υπάρχει παράβαση.
«Και ο τρίτος στη γωνία;»
Κι αυτός, αν παρανομεί.
«Και ο τέταρτος;»
Μάλιστα. Να φωνάξουμε και μια επιτροπή απογραφής.
Στο μεταξύ, το δικό σου αυτοκίνητο παραμένει ακριβώς εκεί που δεν έπρεπε να βρίσκεται. Αλλά τουλάχιστον η κοινωνική έρευνα προχωράει.
Ο δήμαρχος ως ανώτατο δικαστήριο της κλήσης
Και κάπου εδώ μπαίνει στο κάδρο ο δήμαρχος.
Γιατί, προφανώς, όταν η Δημοτική Αστυνομία κάνει τη δουλειά της, η επόμενη λογική κίνηση είναι να αναζητήσουμε τον άνθρωπο που βρίσκεται στην κορυφή της δημοτικής διοίκησης.
«Θα πάρω τον δήμαρχο!»
Βεβαίως. Γιατί τι είναι ο δήμαρχος;
Ο άνθρωπος που διοικεί έναν δήμο, έχει θεσμικές ευθύνες και πρέπει να ακούει τους πολίτες.
Ή, σύμφωνα με μια ορισμένη λογική, ο προσωπικός διαμεσολαβητής που θα ενημερωθεί ότι ο κύριος με το μαύρο αυτοκίνητο δεν μπορεί να βρει θέση και ως εκ τούτου η νομοθεσία θα πρέπει να επανεξεταστεί.
Αν ο δήμαρχος πρέπει να ενημερώνεται για προβλήματα της Δημοτικής Αστυνομίας, για ελλείψεις προσωπικού, για κακή οργάνωση ή για καταγγελίες άνισης μεταχείρισης, ασφαλώς και πρέπει να υπάρχει τρόπος να ακούσει και να εξετάσει τα ζητήματα.
Αλλά αν η απαίτηση είναι «ακύρωσε την κλήση επειδή έχω γνωστούς», τότε δεν μιλάμε για διοίκηση. Μιλάμε για μια προσωπική εξυπηρέτηση που θα κατέληγε να υπονομεύει την ίση εφαρμογή των κανόνων.
Και εδώ υπάρχει μια απλή ερώτηση:
Αν ο δήμαρχος ακυρώνει τη δική σου κλήση επειδή διαμαρτυρήθηκες αρκετά, ποιος θα ακυρώσει την αδικία του ανθρώπου που πλήρωσε κανονικά τη δική του;
Το πρόβλημα δεν είναι πάντα η κλήση. Είναι ότι μας θυμίζει πως δεν είμαστε εξαίρεση.
Υπάρχει κάτι βαθύτερο σε όλο αυτό.
Η κλήση δεν είναι απλώς ένα χαρτί στο παρμπρίζ. Για ορισμένους ανθρώπους, γίνεται μια μικρή, ανεπιθύμητη υπενθύμιση ότι η κοινωνία δεν είναι φτιαγμένη αποκλειστικά για τη δική τους διευκόλυνση.
Ότι ο δρόμος δεν είναι προσωπική προέκταση του σαλονιού τους.
Ότι ο πεζός δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της πόλης.
Ότι ο άνθρωπος που χρησιμοποιεί αναπηρικό αμαξίδιο δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να κάνει σλάλομ ανάμεσα σε αυτοκίνητα για να πάει στον προορισμό του.
Και ότι το γεγονός πως «όλοι το κάνουν» δεν αποτελεί από μόνο του επιχείρημα υπέρ της νομιμότητας.
Είναι μια πολύ βολική δικαιολογία.
Γιατί αν όλοι κάνουν κάτι, τότε κανείς δεν χρειάζεται να αισθανθεί ότι έχει προσωπική ευθύνη.
Ο ένας κοιτάζει τον άλλον, ο άλλος κοιτάζει τον τρίτο, ο τρίτος περιμένει τον δήμαρχο και ο δήμαρχος, αν θέλει να διοικήσει σοβαρά, πρέπει να ασχοληθεί με τους κανόνες και όχι με το ποιος φώναξε πιο δυνατά.
Θέλουμε κανόνες ή θέλουμε να μας κάνουν τη χάρη;
Ας είμαστε ειλικρινείς.
Η πόλη χρειάζεται ελέγχους. Χρειάζεται να προστατεύονται οι πεζοί, οι ράμπες, οι διαβάσεις, οι θέσεις στάθμευσης για ΑμεΑ και οι κοινόχρηστοι χώροι. Χρειάζεται η Δημοτική Αστυνομία να λειτουργεί με σαφείς κανόνες, διαφάνεια και ίση μεταχείριση.
Και χρειάζεται οι πολίτες να έχουν το δικαίωμα να ζητούν εξηγήσεις όταν πιστεύουν ότι αδικήθηκαν.
Όμως η συζήτηση δεν μπορεί να τελειώνει στο «εμένα βρήκαν;».
Γιατί το ίδιο ακριβώς ερώτημα μπορεί να το κάνει και ο πεζός που αναγκάστηκε να βγει στον δρόμο.
Και ο γονιός με το καρότσι.
Και ο ηλικιωμένος.
Και ο άνθρωπος με αναπηρία.
«Εμένα γιατί με αναγκάζουν να περνάω από τον δρόμο επειδή κάποιος θεωρεί ότι η δική του διευκόλυνση είναι σημαντικότερη από το δικαίωμά μου να περπατήσω με ασφάλεια;»
Αυτή η ερώτηση, βέβαια, δεν συνοδεύεται από ένα τηλέφωνο στον δήμαρχο για να ζητήσει να μη βρει κανείς τον παραβάτη.
Συνήθως συνοδεύεται από την ανάγκη να λειτουργήσει η πόλη όπως πρέπει.
Επίλογος: Δεν σε βρήκαν. Απλώς ήσουν εκεί.
Η Δημοτική Αστυνομία δεν χρειάζεται να είναι αλάνθαστη. Οι έλεγχοι πρέπει να γίνονται νόμιμα, οι πολίτες πρέπει να μπορούν να υποβάλλουν ενστάσεις και οι καταγγελίες για άνιση εφαρμογή των κανόνων πρέπει να εξετάζονται.
Αλλά ας αφήσουμε κάποια στιγμή στην άκρη το μόνιμο ελληνικό ρεφρέν:
«Εμένα βρήκαν; Όλοι οι άλλοι κάνουν τα ίδια!»
Γιατί η απάντηση, σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι εξαιρετικά απλή:
Ναι, εσένα βρήκαν. Και αν οι άλλοι παρανομούν, να ελεγχθούν κι εκείνοι. Δεν είναι διαγωνισμός αδικίας.
Δεν χρειάζεται να είσαι ο μοναδικός παραβάτης για να ισχύει ένας κανόνας.
Δεν χρειάζεται να είσαι ο μοναδικός που πήρε κλήση για να είναι νόμιμη η εφαρμογή του.
Και δεν χρειάζεται ο δήμαρχος να γίνει ο προσωπικός σου μεσάζοντας κάθε φορά που μια δημοτική υπηρεσία θυμάται ότι έχει δουλειά να κάνει.
Γιατί στο τέλος, ίσως το πραγματικό ερώτημα να μην είναι:
«Εμένα βρήκαν;»
Αλλά:
«Μήπως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να θεωρούμε ότι η νομιμότητα είναι κάτι που αφορά πάντα τους άλλους;»
Και αν αυτή η ερώτηση σε ενοχλεί περισσότερο από την κλήση, ίσως να αξίζει να την ξανασκεφτείς.



