Υπάρχει μια υπέροχη, σχεδόν μεταφυσική στιγμή στις διακοπές.
Ξυπνάς χωρίς ξυπνητήρι.
Δεν κοιτάς την ώρα.
Δεν σε νοιάζει αν είναι 10:15 ή 12:40.
Πίνεις τον καφέ σου αργά, κοιτάς τη θάλασσα, λες «τελικά, τι ωραία είναι η ζωή» και για λίγες ημέρες αποκτάς εκείνη την επικίνδυνη ψευδαίσθηση ότι ίσως τελικά υπάρχει κάποιος λόγος που γεννηθήκαμε.
Χαμογελάς.
Μιλάς στους ανθρώπους όμορφα.
Δεν σε εκνευρίζει ο μπροστινός που οδηγεί σαν να πήρε το δίπλωμα μαζί με τα κορδόνια του.
Δεν σε ενδιαφέρει ιδιαίτερα αν το Wi-Fi είναι αργό.
Και, κυρίως, δεν υπάρχει κανείς να σου στείλει μήνυμα:
«Καλημέρα, όταν μπορέσεις θέλω να μιλήσουμε λίγο για κάτι.»
Αυτό το «κάτι» είναι συνήθως ο προάγγελος της Αποκάλυψης.
Και μετά επιστρέφεις.
Η βαλίτσα ανοίγει.
Τα μαγιό μπαίνουν στο πλυντήριο.
Η άμμος εμφανίζεται σε σημεία του σπιτιού που η επιστήμη αδυνατεί να εξηγήσει.
Το ψυγείο έχει μέσα μισό καρπούζι, δύο αυγά και ένα μπουκάλι νερό που αποφάσισε να μείνει εκεί μέχρι νεωτέρας.
Και κάπου εκεί έρχεται η σκέψη:
«Αύριο δουλεύω.»
Μικρή πρόταση.
Τεράστια ψυχολογική επίδραση.
Μέσα σε τρία δευτερόλεπτα περνάς από το «τι ωραία που είναι η ζωή» στο «γιατί υπάρχει η Δευτέρα;».
Η επιστροφή στην πραγματικότητα δεν γίνεται σταδιακά.
Γίνεται ακαριαία.
Σαν να υπάρχει ένας υπάλληλος κάπου στο σύμπαν που πατάει ένα κουμπί και λέει:
«Ωραία, αρκετά χαλάρωσε. Φέρ’ τον πίσω.»
Η πρώτη μέρα στη δουλειά
Το πρωί χτυπάει το ξυπνητήρι.
Το κοιτάς.
Το ξανακοιτάς.
Για λίγα δευτερόλεπτα προσπαθείς να διαπραγματευτείς μαζί του.
«Δεν γίνεται να πάω αύριο;»
Το ξυπνητήρι δεν απαντά.
Είναι επαγγελματίας.
Σηκώνεσαι.
Ντύνεσαι.
Πίνεις καφέ.
Μπαίνεις στο αυτοκίνητο ή στα μέσα.
Και τότε αρχίζει το μεγάλο κοινωνικό πείραμα.
Όλοι γύρω σου έχουν ακριβώς την ίδια έκφραση.
Άνθρωποι που πριν από 48 ώρες ανέβαζαν φωτογραφίες με ηλιοβασιλέματα, τώρα κοιτάζουν το κενό.
Χέρια στο τιμόνι.
Μάτια μπροστά.
Ψυχή πουθενά.
Είναι η μετα-διακοπική ζώνη του Λυκόφωτος.
Και κάπου εκεί, στις 08:57, ανοίγεις τον υπολογιστή.
Το inbox σε περίμενε.
Δεν έφυγε διακοπές.
Εσύ έφυγες.
Το inbox όμως παρέμεινε εκεί, πιστό σαν σκυλί.
Μόνο που δεν κουνάει ουρά.
Σε περιμένει με 73 emails.
Κάποια γράφουν «επείγον».
Κάποια γράφουν «όταν μπορέσεις».
Κάποια δεν γράφουν τίποτα απολύτως και είναι αυτά που πρέπει να φοβάσαι περισσότερο.
Και υπάρχει πάντα εκείνο το email που είχε σταλεί την τελευταία ημέρα πριν φύγεις.
Το θυμάσαι.
Είχες πει:
«Θα το δω όταν γυρίσω.»
Ε, γύρισες.
Συγχαρητήρια.
Η εταιρεία σε υποδέχεται θερμά
Δεν έχει σημασία πόσο καλά πέρασες.
Δεν έχει σημασία πόσο ωραίο ήταν το νησί.
Δεν έχει σημασία αν είδες θάλασσα, βουνό, ηλιοβασίλεμα ή αν έκανες διακοπές σε ξενοδοχείο που είχε πετσέτες διπλωμένες σαν έργα τέχνης.
Στις 09:12 της πρώτης ημέρας εργασίας όλα αυτά έχουν μετατραπεί σε μια μακρινή ανάμνηση.
Κάποιος θα σου πει:
«Λοιπόν, ξεκουράστηκες;»
Αυτή είναι ίσως η πιο ύπουλη ερώτηση της επιστροφής.
Γιατί η σωστή απάντηση είναι:
«Ναι.»
Αλλά η πραγματική απάντηση είναι:
«Ναι, και τώρα θα χρειαστώ περίπου τρεις εργάσιμες εβδομάδες για να συνέλθω από την επιστροφή.»
Οι διακοπές τελικά δεν τελειώνουν όταν φεύγεις.
Τελειώνουν όταν συνειδητοποιείς ότι δεν έχεις άλλη επιλογή από το να επιστρέψεις στη ζωή που άφησες πίσω.
Και αυτό είναι ίσως το πιο αστείο κομμάτι.
Πηγαίνουμε διακοπές για να ξεκουραστούμε από την καθημερινότητα και, μόλις επιστρέψουμε, χρειαζόμαστε λίγο χρόνο για να ξεκουραστούμε από τις διακοπές.
Η ψυχή θέλει ακόμα παραλία.
Το σώμα βρίσκεται στο γραφείο.
Το μυαλό βρίσκεται κάπου σε ένα beach bar.
Και ο υπολογιστής έχει ανοίξει ήδη το Excel.
Τρία διαφορετικά σύμπαντα.
Ένας άνθρωπος.
Κανένα κοινό σημείο.
Και κάπως έτσι καταλαβαίνεις κάτι πολύ απλό.
Δεν σου έλειπε απαραίτητα το νησί.
Σου έλειπε η αίσθηση ότι ο χρόνος σου ανήκει.
Ότι μπορείς να φας όταν πεινάσεις.
Να κοιμηθείς όταν νυστάξεις.
Να περπατήσεις χωρίς να κοιτάς το ρολόι.
Να μην υπάρχει κάποιος που περιμένει από εσένα να είσαι παραγωγικός επειδή είναι 08:30 και «ξεκινάμε».
Γιατί στις διακοπές δεν είσαι απαραίτητα πιο ευτυχισμένος.
Απλώς, για λίγες ημέρες, δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι είσαι χρήσιμος.
Και ίσως εκεί βρίσκεται όλη η παρεξήγηση.
Γυρίζουμε από τις διακοπές και λέμε:
«Πω πω, πώς έπεσε έτσι η διάθεσή μου;»
Μα δεν έπεσε η διάθεση.
Απλώς ξαναμπήκε στη θέση της η πραγματικότητα.
Η Δευτέρα δεν σου κατέστρεψε τη ζωή.
Απλώς σου θύμισε ότι η Παρασκευή απέχει πέντε ημέρες.
Και κάπου εκεί, ενώ ανοίγεις το δεύτερο email και ο καφές έχει ήδη κρυώσει, θυμάσαι το τελευταίο ηλιοβασίλεμα των διακοπών.
Και λες:
«Του χρόνου θα κάτσω περισσότερο.»
Φυσικά.
Θα κάτσεις.
Όπως ακριβώς έλεγες και πέρσι.
Και πρόπερσι.
Και κάθε χρόνο.
Γιατί ο άνθρωπος είναι ένα εκπληκτικό πλάσμα.
Μπορεί να περάσει έντεκα μήνες περιμένοντας δύο εβδομάδες ελευθερίας και μετά να επιστρέψει στη δουλειά σαν να μην συνέβη απολύτως τίποτα.
Καλώς ήρθες πίσω.
Η άδεια τελείωσε.
Η καλή διάθεση επίσης.
Το Excel σε περίμενε.



