Υπάρχει μια εύκολη συμβουλή που κυκλοφορεί σαν έτοιμη λύση για όλα τα δύσκολα της ζωής. “Βγάλε τους τοξικούς ανθρώπους από τη ζωή σου”. Ακούγεται καθαρό, σχεδόν τακτοποιημένο. Σαν να καθαρίζεις μια ντουλάπα και πετάς ό,τι δεν σου κάνει. Μόνο που η ζωή δεν είναι ντουλάπα και οι άνθρωποι δεν είναι ρούχα.
Γιατί πολλές φορές αυτοί οι “τοξικοί” δεν είναι απλά περαστικοί γνωστοί που απλά τους κόβεις. Είναι μέσα στο σύστημα σου. Είναι οικογένεια. Είναι γονείς. Είναι άνθρωποι που δεν τους διάλεξες ποτέ, αλλά σε διαμόρφωσαν πριν καν μάθεις τι σημαίνει επιλογή. Και εκεί αρχίζει το πραγματικό μπέρδεμα.
Το πιο σκληρό κομμάτι δεν είναι να αναγνωρίσεις ότι κάτι σε πονάει. Το πιο σκληρό είναι να παραδεχτείς ότι αυτό που σε πονάει μπορεί να το λένε “μαμά”, “μπαμπάς”, “αδερφός”, “σύντροφος” “παιδί”. Γιατί εκεί δεν έχεις το καθαρό περιθώριο της απόστασης. Έχεις ιστορία. Έχεις μνήμη. Έχεις ενοχή που αναπνέει μαζί σου.
Και κάπου εδώ η θεωρία γίνεται σχεδόν προσβλητική. Γιατί σου λέει “κόψε τους”. Λες και πατάς ένα κουμπί και διαγράφεις χρόνια, τραπέζια, φωνές, στιγμές που σε έφτιαξαν και σε χάλασαν ταυτόχρονα. Μόνο που στην πράξη, αυτό το “κόψιμο” μοιάζει περισσότερο με αργή εσωτερική αιμορραγία παρά με καθαρή απόφαση.
Υπάρχει επίσης και το άλλο κομμάτι που κανείς δεν λέει εύκολα. Ότι μπορεί να μην θέλεις να κόψεις. Μπορεί να θέλεις απλά να μην πονάς. Να μπορείς να είσαι μέσα στην ίδια σχέση χωρίς να μικραίνεις κάθε φορά που μιλάς. Να υπάρχει ένα όριο που δεν σε εξαφανίζει, αλλά ούτε σε καταπίνει.
Και τελικά η πραγματική δυσκολία δεν είναι η απόφαση “μένω ή φεύγω”. Είναι το να αρχίσεις να βλέπεις καθαρά. Να σταματήσεις να δικαιολογείς αυτό που σε διαλύει, αλλά και να μην κάνεις την ψεύτικη επανάσταση του άδειου “τέλος όλοι”. Είναι να βρεις εκείνο το ενδιάμεσο σημείο που λέει “εδώ τελειώνω εγώ και αρχίζεις εσύ”.
Και αυτό δεν είναι καθόλου ωραίο, ούτε καθαρό, ούτε εύκολο. Είναι μπερδεμένο, άβολο και πολλές φορές μοναχικό. Αλλά είναι ίσως η πρώτη φορά που δεν ζεις αυτόματα μέσα σε μια ιστορία που έγραψαν άλλοι για σένα.
Και υπάρχει κι αυτό που δεν λέγεται εύκολα. Ότι η μοναξιά καμιά φορά μοιάζει με λύση. Με γαλήνη. Με καθαρό αέρα μετά από πολύ θόρυβο. Και ναι, στην αρχή είναι όντως έτσι. Γιατί όταν φεύγεις από σχέσεις που σε ζορίζουν, από ανθρώπους που σε μικραίνουν, από δυναμικές που σε στραγγίζουν, η σιωπή μοιάζει σωτηρία.
Αλλά εκεί θέλει προσοχή. Γιατί άλλο να επιλέγεις τη μοναξιά σαν χώρο αποσυμπίεσης και άλλο να αρχίσεις να τη φοράς σαν μόνιμη ταυτότητα. Άλλο να λες “μένω λίγο μόνος για να ξαναβρώ τον εαυτό μου” και άλλο να λες “είμαι πιο ασφαλής όταν δεν είμαι με κανέναν”.
Η πρώτη μοναξιά σε φτιάχνει. Η δεύτερη σε παγώνει.
Και τελικά δεν είναι ο στόχος να μείνεις μακριά από τους ανθρώπους. Είναι να μάθεις να μην χάνεσαι μέσα τους. Να μπορείς να είσαι σε σχέση χωρίς να εξαφανίζεσαι, και να μπορείς να είσαι μόνος χωρίς να νιώθεις ότι εξαφανίζεσαι εσύ.


