Το κόμμα Καρυστιανού και η μεγάλη εθνική μας παράκρουση

Υπάρχουν στιγμές που μια κοινωνία δεν χρειάζεται δημοσκόπηση για να καταλάβει σε τι κατάσταση βρίσκεται. Αρκεί να δει τι χειροκροτεί.

Το φαινόμενο Καρυστιανού δεν είναι απλώς η ίδρυση ενός ακόμη κόμματος. Η Ελλάδα έχει δει πολλά κόμματα να γεννιούνται από θυμό, απογοήτευση, τηλεοπτική αναγνωρισιμότητα, προσωπικές φιλοδοξίες και κοινωνική σύγχυση. Άλλο ένα δεν θα μας συγκλόνιζε. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι, για ακόμη μία φορά, η χώρα μοιάζει έτοιμη να βαφτίσει την αγανάκτηση «πολιτικό πρόγραμμα», το προσωπικό τραύμα «εθνική πρόταση» και την οργή «πατριωτισμό».

Και κάπου εκεί αρχίζει η κωμωδία. Ή μάλλον η τραγωδία που φοράει κοστούμι πολιτικής ανανέωσης.

Γιατί το νέο αυτό πολιτικό εγχείρημα δεν δείχνει μόνο κάτι για την ίδια την Καρυστιανού. Δείχνει κυρίως κάτι για εμάς. Δείχνει μια κοινωνία που δεν εμπιστεύεται κανέναν, αλλά είναι έτοιμη να εμπιστευτεί οποιονδήποτε αρκεί να μιλάει με αρκετή ένταση. Δείχνει έναν λαό που έχει μπουχτίσει από το πολιτικό προσωπικό της χώρας, αλλά αντί να ζητά σοβαρότητα, θεσμούς, σχέδιο και λογοδοσία, ψάχνει τον επόμενο άνθρωπο που θα του πει ότι όλοι οι άλλοι είναι διεφθαρμένοι, προδότες, πουλημένοι ή μέρος κάποιου σκοτεινού μηχανισμού.

Η Καρυστιανού έρχεται να εκφράσει ένα υπαρκτό ρεύμα οργής. Αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς. Το πρόβλημα είναι ότι η οργή, όσο δικαιολογημένη κι αν είναι ως συναίσθημα, δεν είναι πολιτική αρχιτεκτονική. Δεν κυβερνάς χώρα με κραυγή. Δεν στήνεις κράτος με καταγγελία. Δεν φτιάχνεις παιδεία, υγεία, δικαιοσύνη, οικονομία και εξωτερική πολιτική με το σύνθημα «να φύγουν όλοι». Αυτό δεν είναι πρόγραμμα. Είναι ομαδική εκτόνωση.

Και κάπου εδώ εμφανίζεται το πιο ανησυχητικό κομμάτι: το κοινό που μαζεύεται γύρω από τέτοια φαινόμενα. Όχι όλοι φυσικά. Υπάρχουν άνθρωποι που ακολουθούν από πραγματική αγανάκτηση, από πένθος, από αίσθηση αδικίας, από απογοήτευση απέναντι σε ένα σύστημα που πράγματι έχει δώσει άπειρες αφορμές για δυσπιστία. Αλλά μαζί με αυτούς, σπεύδει και όλο το γνωστό εθνικό πανηγύρι της παράνοιας: οι επαγγελματίες καχύποπτοι, οι αντισυστημικοί του καναπέ, οι άνθρωποι που πιστεύουν ότι κάθε γεγονός έχει πίσω του μια παγκόσμια συνωμοσία, οι μόνιμοι σχολιαστές του διαδικτύου που έχουν άποψη για όλα και γνώση για τίποτα.

Έτσι, το κόμμα δεν γίνεται απλώς πολιτικός φορέας. Γίνεται μαγνήτης. Και ο μαγνήτης τραβάει πάνω του ό,τι κυκλοφορεί χρόνια στο υπόγειο της ελληνικής δημόσιας ζωής: ανορθολογισμό, θυμό, απέχθεια για τους θεσμούς, μίσος για την πολιτική, ημιμάθεια με ύφος πανεπιστημιακής έδρας και την κλασική βεβαιότητα του Έλληνα ότι «ξέρει καλύτερα», επειδή είδε τρία βίντεο, διάβασε δύο αναρτήσεις και άκουσε έναν τύπο στο TikTok να του εξηγεί πώς λειτουργεί το κράτος.

Και εδώ αποκαλύπτεται η μεγάλη παθογένεια της παιδείας μας. Όχι της εκπαίδευσης μόνο. Της παιδείας ως τρόπου σκέψης. Μια κοινωνία που δεν έχει μάθει να ξεχωρίζει το επιχείρημα από το σύνθημα, το στοιχείο από την εντύπωση, την πολιτική από την ψυχολογική εκτόνωση, είναι μια κοινωνία έτοιμη να παραδοθεί στον πρώτο θυμωμένο σωτήρα που θα της χαϊδέψει τα αυτιά.

Το φαινόμενο Καρυστιανού αποκαλύπτει ότι μεγάλο μέρος της χώρας δεν θέλει πραγματικά πολιτική. Θέλει τιμωρία. Δεν θέλει μεταρρύθμιση. Θέλει εκδίκηση. Δεν θέλει θεσμική ανασυγκρότηση. Θέλει να δει κάποιους να πέφτουν. Και όταν η πολιτική μετατρέπεται σε φαντασίωση τιμωρίας, τότε η δημοκρατία γίνεται αρένα. Δεν μετράει ποιος έχει σχέδιο. Μετράει ποιος υπόσχεται πιο πειστικά ότι θα «καθαρίσει» τους άλλους.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση. Όλο αυτό παρουσιάζεται ως πατριωτικό. Αλλά πατριωτισμός δεν είναι να ντύνεις την προσωπική σου οργή με σημαίες. Πατριωτισμός δεν είναι να θεωρείς ότι επειδή πονάς, έχεις αυτομάτως και πολιτικό σχέδιο. Πατριωτισμός δεν είναι να μετατρέπεις μια χώρα σε δικαστική αίθουσα όπου όλοι είναι κατηγορούμενοι εκτός από εσένα και το ακροατήριό σου.

Πατριωτισμός είναι να μπορείς να ξεχωρίζεις το προσωπικό από το συλλογικό. Το τραύμα από την πολιτική πρόταση. Την ηθική αγανάκτηση από την ικανότητα διακυβέρνησης. Γιατί αλλιώς, κάθε πικραμένος, κάθε αδικημένος, κάθε θυμωμένος και κάθε προβεβλημένος μπορεί αύριο να εμφανιστεί ως «ελπίδα» για τη δημοκρατία. Και τότε η δημοκρατία δεν αποκτά ελπίδα. Αποκτά ουρά αναμονής από σωτήρες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το παλιό πολιτικό προσωπικό είναι αθώο. Κάθε άλλο. Το πολιτικό σύστημα έχει τεράστια ευθύνη για το κενό που δημιουργήθηκε. Όταν επί χρόνια οι πολίτες βλέπουν ατιμωρησία, αλαζονεία, επικοινωνιακά τεχνάσματα, διαφθορά, κομματικά ρουσφέτια και θεσμούς που μοιάζουν να λειτουργούν επιλεκτικά, τότε κάποια στιγμή θα στραφούν σε όποιον τους πει ότι θα τα γκρεμίσει όλα. Το κενό σοβαρής εκπροσώπησης δεν μένει ποτέ κενό. Γεμίζει με κραυγές.

Αλλά εδώ είναι η παγίδα. Το ότι το παλιό σύστημα απέτυχε δεν σημαίνει ότι κάθε αντισυστημική κραυγή είναι λύση.

Το ότι οι πολίτες έχουν δίκιο να είναι θυμωμένοι δεν σημαίνει ότι έχουν δίκιο σε ό,τι πιστεύουν όταν θυμώνουν. Και το ότι κάποιος εκφράζει τον θυμό τους δεν σημαίνει ότι μπορεί να κυβερνήσει τη χώρα.

Η χώρα δεν είναι τηλεοπτικό πάνελ. Δεν είναι hashtag. Δεν είναι λαϊκό δικαστήριο σχολίων. Είναι κράτος. Έχει οικονομία, σύνορα, συμμαχίες, διοίκηση, σχολεία, νοσοκομεία, δικαιοσύνη, παραγωγή, εργασιακές σχέσεις, διεθνείς δεσμεύσεις. Όποιος θέλει να μπει σε αυτό το πεδίο, οφείλει να απαντήσει με καθαρότητα: τι πιστεύει, με ποιους θα κυβερνήσει, τι πρόγραμμα έχει, ποια στελέχη διαθέτει, ποιες πολιτικές προτείνει, πού στέκεται ιδεολογικά, πώς χρηματοδοτείται, ποιους εκφράζει και τι ακριβώς εννοεί όταν μιλά για «κάθαρση».

Γιατί η κάθαρση χωρίς θεσμικό σχέδιο είναι απλώς σύνθημα με ωραίο φωτισμό.

Και κάπως έτσι, το κόμμα Καρυστιανού λειτουργεί σαν καθρέφτης. Όχι επειδή είναι απαραίτητα το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας, αλλά επειδή δείχνει πόσο εύκολα η ελληνική κοινωνία περνά από την απογοήτευση στη λατρεία, από τη δυσπιστία στην τυφλή πίστη, από την αγανάκτηση στην πολιτική ελαφρότητα. Χθες έβριζε τους πάντες. Σήμερα ψάχνει νέα Μεσσία. Αύριο θα τη βρίσει κι αυτή, αν δεν της λύσει σε έξι μήνες όσα η χώρα δεν έλυσε σε πενήντα χρόνια.

Αυτό είναι το πραγματικό δράμα. Δεν είναι μόνο η Καρυστιανού. Είναι η ανάγκη μας να αντικαθιστούμε την πολιτική σκέψη με πρόσωπα. Να φτιάχνουμε σύμβολα και μετά να τα καίμε. Να ψάχνουμε πάντα κάποιον να μας σώσει, για να μη χρειαστεί να ενηλικιωθούμε πολιτικά ως κοινωνία.

Το νέο κόμμα μπορεί να λέγεται «Ελπίδα για τη Δημοκρατία». Το ερώτημα είναι αν πρόκειται πράγματι για ελπίδα ή για ακόμη ένα επεισόδιο στο ελληνικό σίριαλ όπου ο θυμός βαφτίζεται ιδεολογία, η καχυποψία βαφτίζεται κριτική σκέψη και η προσωπική υπόθεση βαφτίζεται εθνική αποστολή.

Και επειδή στην Ελλάδα αγαπάμε τις μεγάλες λέξεις, ας πούμε και τη μεγαλύτερη αλήθεια με απλά λόγια:
η δημοκρατία δεν κινδυνεύει μόνο από τους διεφθαρμένους. Κινδυνεύει και από όσους πιστεύουν ότι επειδή μισούν τους διεφθαρμένους, έχουν αυτομάτως το δικαίωμα να εμφανίζονται ως σωτήρες.

Και κάπου εκεί, ανάμεσα στον θυμό, την ψευδαίσθηση και το χειροκρότημα, αρχίζει το πραγματικό πολιτικό μας πρόβλημα.

Αποποίηση Ευθύνης – Zografou Pulse

Το περιεχόμενο αυτού του άρθρου (και γενικότερα του Zografou Pulse) έχει ξεκάθαρα σαρκαστικό και χιουμοριστικό χαρακτήρα. Στόχος μας είναι η καυστική αποτύπωση της πραγματικότητας μέσα από την υπερβολή, την ειρωνεία και το χιούμορ – όχι η προσβολή ατόμων, ομάδων ή φορέων.

Τα κείμενα εκφράζουν αποκλειστικά σατιρική άποψη και δεν αποτελούν αντικειμενική δημοσιογραφική καταγραφή. Επίσης, δεν φέρουμε καμία ευθύνη για τυχόν παρερμηνείες, παρεξηγήσεις ή ενδεχόμενες προσβολές που μπορεί να προκύψουν από την ανάγνωση των άρθρων.

Αν κάτι από τα παραπάνω σας ενόχλησε, θυμηθείτε: το χιούμορ είναι εργαλείο κριτικής και σκέψης, όχι μέσο επίθεσης!

Disclaimer: Η στήλη “oxxo” φιλοξενεί άρθρα γνώμης και κοινωνικής κριτικής. Οι απόψεις που εκφράζονται είναι αποκλειστικά του συντάκτη και δεν συμπίπτουν απαραίτητα με τις θέσεις του zografoupulse. Το περιεχόμενο έχει καθαρά σχολιαστικό και λογοτεχνικό χαρακτήρα, στο πλαίσιο της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας του λόγου (Άρθρο 14 του Συντάγματος). Δεν σκοπεύει στην προσβολή της προσωπικότητας οποιουδήποτε ατόμου ή ομάδας.

Share This