Υπάρχει μια στιγμή κάθε καλοκαίρι που η Ελλάδα σταματά να είναι χώρα και μετατρέπεται σε φούρνο με δημοκρατικές διαδικασίες. Η άσφαλτος λιώνει, τα περιστέρια περπατούν αντί να πετούν για οικονομία ενέργειας και ο μέσος πολίτης ψάχνει απεγνωσμένα ένα τραπέζι σε καφετέρια ή ταβέρνα μπας και γλιτώσει το εγκεφαλικό από τη ζέστη.
Και εκεί ξεκινά η μεγάλη περιπέτεια της ελληνικής εστίασης.
Γιατί πλέον δεν αρκεί να έχεις καλό καφέ, καλό φαγητό ή καλές τιμές. Όχι. Το βασικό ερώτημα είναι:
«Έχει κλιματισμό ή θα ψηνόμαστε σαν κοντοσούβλι;»
Η νέα πολυτέλεια: Να μην ιδρώνεις καθιστός
Κάποτε τα μαγαζιά διαφήμιζαν τον καφέ τους.
Σήμερα θα έπρεπε να διαφημίζουν:
«Διαθέτουμε οξυγόνο και θερμοκρασίες κάτω των 40 βαθμών.»
Γιατί υπάρχουν ακόμα επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν τον καύσωνα σαν προσωπική άποψη.
Μπαίνεις μέσα και νιώθεις ότι συμμετέχεις σε πείραμα της NASA για την αντοχή του ανθρώπινου οργανισμού.
Το νερό έρχεται χλιαρό.
Το ποτήρι ιδρώνει λιγότερο από εσένα.
Και η καρέκλα έχει αποκτήσει τη θερμοκρασία μικρού ηφαιστείου.
Αλλά μη γκρινιάζεις.
Έχει ανοιχτή πόρτα.
Και κάπου εκεί θεωρείται ότι η φύση θα αναλάβει τα υπόλοιπα.
Ο ανεμιστήρας της αποκάλυψης
Από την άλλη υπάρχει και η σχολή του ανεμιστήρα.
Ο επιχειρηματίας που αποφάσισε ότι το κλιματιστικό είναι για αδύναμους και έβαλε απέναντί σου έναν ανεμιστήρα μεγέθους αεροπορικού κινητήρα.
Το αποτέλεσμα;
Ο καπνιστής δίνει μάχη επιπέδου αρχαίας τραγωδίας.
Ανάβει το τσιγάρο.
Σβήνει.
Το ξαναανάβει.
Σβήνει.
Το προστατεύει με τα δύο χέρια σαν να μεταφέρει την Ολυμπιακή Φλόγα.
Σβήνει.
Στο τέλος δεν καπνίζει.
Προπονείται για επιβίωση σε τυφώνα κατηγορίας 5.
Η σαλάτα που ταξιδεύει
Ο ανεμιστήρας όμως δεν κάνει διακρίσεις.
Χτυπά τους πάντες.
Η χαρτοπετσέτα απογειώνεται.
Ο λογαριασμός φεύγει για το διπλανό τετράγωνο.
Η απόδειξη περνάει μπροστά από τρία τραπέζια και έναν περαστικό.
Η σαλάτα μετακινείται χωρίς τη συγκατάθεσή της.
Κάθε γεύμα μετατρέπεται σε διαδραστική εμπειρία.
Δεν τρως.
Συμμετέχεις.
Ο πελάτης απέναντι στη φύση
Υπάρχει βέβαια και η άλλη κατηγορία.
Το τραπέζι έξω.
Στη σκιά.
Θεωρητικά.
Γιατί στις 14:30 ο ήλιος έχει αλλάξει θέση και πλέον κάθεσαι ακριβώς κάτω από μια ακτίνα που φαίνεται να έρχεται κατευθείαν από τον πυρήνα του ήλιου.
Ο σερβιτόρος σε κοιτά με κατανόηση.
Ξέρει.
Έχει δει κι άλλους να λιώνουν πριν από εσένα.
Και κάπου εκεί παραγγέλνεις τρίτο παγωμένο νερό όχι επειδή διψάς αλλά επειδή προσπαθείς να παραμείνεις θηλαστικό.
Η μεγάλη παρεξήγηση της ελληνικής εστίασης
Ας πούμε μια σκληρή αλήθεια.
Όσο καλό κι αν είναι το φαγητό, όσο ωραίος κι αν είναι ο καφές, όσο χαμογελαστό κι αν είναι το προσωπικό, όταν ο πελάτης ιδρώνει σαν να σκάβει το μετρό με κουτάλι, η εμπειρία καταρρέει.
Η δροσιά δεν είναι πολυτέλεια.
Είναι υπηρεσία.
Όπως καθαρή τουαλέτα.
Όπως σωστή εξυπηρέτηση.
Όπως να μην χρειάζεται ο πελάτης να κουβαλά μαζί του φορητό κλιματιστικό.
Κάθε καλοκαίρι η ελληνική εστίαση δίνει μια απλή εξεταστική.
Δεν ζητά κανείς θαύματα.
Δεν θέλουμε να νιώσουμε ότι τρώμε στις Άλπεις.
Θέλουμε απλώς να μην αισθανόμαστε ότι βρισκόμαστε σε επεισόδιο του «Survivor: Καύσωνας Edition».
Και αν τελικά το μεγαλύτερο προσόν ενός μαγαζιού είναι ότι διαθέτει λίγη σκιά, λίγο κρύο αέρα και τη δυνατότητα να ανάψεις ένα τσιγάρο χωρίς να το παραλάβει ο άνεμος στα Σεπόλια, τότε ίσως ήρθε η ώρα να παραδεχτούμε ότι το ελληνικό καλοκαίρι έχει κερδίσει.
Και εμείς απλώς προσπαθούμε να επιβιώσουμε μέχρι τον Σεπτέμβριο.


