Στου Ζωγράφου δεν κατοικούμε σε σπίτια. Κατοικούμε σε κάθετα νεκροταφεία φιλοδοξιών.
Η πολυκατοικία είναι το απόλυτο μνημείο της αποτυχίας μας να υπάρξουμε ως κοινωνία. Στοιβάζουμε τη ζωή μας σε τετραγωνικά που ακόμα χρωστάμε στις τράπεζες, ακούγοντας το καζανάκι του από πάνω και τις φωνές του από κάτω, σαν μια μόνιμη υπενθύμιση ότι η ιδιωτικότητα είναι μια πολυτέλεια που πέθανε στα ’80s.
Η “καλημέρα” στο ασανσέρ είναι ο πιο σύντομος δρόμος για την υποκρισία. Κοιτάμε τα νούμερα των ορόφων να ανεβαίνουν σαν να μετράμε τα δευτερόλεπτα μέχρι την εκτέλεση. Μια βουβή συμφωνία: «Μη μου μιλάς, μη σε κοιτάζω, ας προσποιηθούμε ότι δεν υπάρχουμε». Δύο άνθρωποι κλεισμένοι σε ένα μεταλλικό κουτί, που αν ο ένας πάθαινε ανακοπή, ο άλλος θα ένιωθε πρώτα εκνευρισμό για την καθυστέρηση και μετά τρόμο για το πτώμα.
Οι συνελεύσεις της πολυκατοικίας; Το απόγειο του μικροαστικού φασισμού. Μια χούφτα ανθρώπων που τρώγονται για τα κοινόχρηστα των 20 ευρώ, ενώ η ίδια τους η ζωή καταρρέει. Εκεί βγαίνει όλη η χολή. Το μίσος για το σκύλο του τρίτου, η οργή για το πετρέλαιο που δεν θα κάψουμε ποτέ γιατί προτιμάμε να παγώνουμε μόνοι παρά να ζεσταθούμε μαζί.
Στις γειτονιές μας, οι τοίχοι είναι λεπτοί, αλλά οι καρδιές είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα. Δεν είμαστε γείτονες. Είμαστε συγκρατούμενοι που έτυχε να μοιραζόμαστε τον ίδιο ταχυδρομικό κώδικα. Και το χειρότερο δεν είναι η φασαρία που κάνεις. Το χειρότερο είναι ότι, αν αύριο σιωπήσεις για πάντα μέσα στο διαμέρισμά σου, η μόνη που θα σε αναζητήσει θα είναι η μυρωδιά της σήψης που θα ενοχλεί τους “ευαίσθητους” ενοίκους του δευτέρου.
Καληνύχτα, Ζωγράφου. Κλείδωσε την πόρτα σου με τρεις στροφές. Δεν σε προστατεύουν από τους κλέφτες· σε προστατεύουν από την τρομακτική διαπίστωση ότι είσαι ολομόναχος ανάμεσα σε χιλιάδες….


