Κάπου ανάμεσα στο 2010 και στο “έλα μωρέ, τώρα 2026 είμαστε, ξεπεράστηκε”, χάθηκε ένας ολόκληρος κόσμος. Όχι, δεν μιλάμε για τους influencers — αυτοί άντεξαν. Μιλάμε για το είδος προς εξαφάνιση: τον επαγγελματία.
Αυτόν που άνοιγε μαγαζί, έκοβε αποδείξεις (ή τουλάχιστον ήξερε τι είναι), πλήρωνε εισφορές, είχε υπαλλήλους, και κοιμόταν με την ψευδαίσθηση ότι αν δουλεύεις, κάτι θα μείνει.
Spoiler: δεν έμεινε.
Η εστίαση έγινε reality επιβίωσης. Αν δεν σε έφαγε το ενοίκιο, σε έφαγε το ρεύμα. Αν δεν σε έφαγε το ρεύμα, σε έφαγε ο πελάτης που θέλει brunch με 5€ και WiFi να κατεβάζει Netflix σε 4K. Αν δεν σε έφαγε αυτό, σε θυμήθηκε το κράτος — εκεί που είχες αρχίσει να παίρνεις ανάσα.
Η οικοδομή; Από “χτίζω πολυκατοικία” πήγαμε στο “βάζω μια γυψοσανίδα και βλέπουμε”. Ο μάστορας έγινε λίγο ηλεκτρολόγος, λίγο υδραυλικός, λίγο ψυχολόγος του πελάτη που “το θέλει μοντέρνο αλλά φτηνό και χθες”.
Το εμπόριο; Ένα ωραίο ανέκδοτο. Από τα μαγαζιά της γειτονιάς, στα e-shop που πουλάνε τα ίδια πράγματα 2€ φτηνότερα και με 12 άτοκες δόσεις. Και κάπου εκεί, ο μικρός επαγγελματίας να κοιτάει την βιτρίνα του σαν έκθεμα μουσείου: “Εδώ κάποτε υπήρχε κατανάλωση”.
Και μέσα σε όλα αυτά, ένα κράτος που λειτουργεί σαν αυστηρός γονιός με επιλεκτική μνήμη:
Σε θεωρεί κλέφτη πριν μιλήσεις.
Σε φορολογεί πριν κερδίσεις.
Σε ελέγχει αφού έχεις ήδη πνιγεί.
Και μετά σου λέει με ύφος:
“Γιατί δεν είσαι συνεπής;”
Γιατί, αγαπητέ, για να είσαι συνεπής πρέπει πρώτα να είσαι ζωντανός.
Και έτσι φτάνουμε στο σήμερα. 2026. Η νέα εποχή.
Όπου ο επαγγελματίας πρέπει να είναι:
- λογιστής
- marketer
- τεχνικός
- delivery
- ψυχολόγος
- και part-time… φοροφυγάς για να επιβιώσει
Γιατί αλλιώς, απλά δεν βγαίνει.
Και κάπου εδώ μπαίνει η μεγάλη αγγελία:
Ζητείται επαγγελματίας.
Να αντέχει οικονομικές κρίσεις, πανδημίες, αυξήσεις, μειώσεις, ελέγχους, πλατφόρμες, apps, reviews και πελάτες που “θα ξαναπεράσουν”.
Να δουλεύει 12ωρα με χαμόγελο.
Να μην διαμαρτύρεται.
Να πληρώνει στην ώρα του.
Να χρωστάει χωρίς να φαίνεται.
Να επιβιώνει χωρίς να ζει.
Αμοιβή:
Ηθική ικανοποίηση και ένα “έλα μωρέ, όλοι τα ίδια περνάνε”.
Και η ισορροπία;
Α, ναι… αυτή.
Κάπου ανάμεσα στο “δεν βγαίνω” και στο “δεν τα παρατάω”, υπάρχει ένα λεπτό σχοινί. Εκεί περπατάνε όλοι. Χωρίς δίχτυ. Χωρίς χειροκρότημα.
Μόνο με μια ερώτηση να αιωρείται:
Πόσο ακόμα αντέχεις πριν αποφασίσεις ότι δεν αξίζει;


