Ο θάνατος. Αυτή η σιχαμένη, απρόσκλητη σκιά που σέρνεται αθόρυβα, που στέκεται στην πόρτα και κοιτάζει. Δεν βιάζεται – ποτέ δεν βιάζεται. Τον περιμένεις, ξέρεις ότι θα έρθει, αλλά όταν αρχίζει να χαμογελάει από τη γωνία του δωματίου, τότε όλα αλλάζουν.
Όταν ο γονιός σου – αυτή η ανθρώπινη στήλη που κρατούσε τη ζωή σου όρθια – αρχίζει να γέρνει προς το τίποτα, η πραγματικότητα γίνεται μια δυστοπική αρένα. Παρακολουθείς, σχεδόν παραλύεις, νιώθεις να χάνεσαι σε έναν φαύλο κύκλο μεταξύ ελπίδας και παραδοχής. “Ακόμα κρατάει”, λες. “Δεν πονάει πολύ”, λες. Ψέματα και ψιθυριστά ξόρκια, μήπως και ξεγελάσεις το αναπόφευκτο.
Η αναμονή αυτή είναι χειρότερη κι από το ίδιο το τέλος. Βλέπεις το σώμα να προδίδει, την ανάσα να αραιώνει, τη φλόγα στα μάτια να σβήνει σιγά-σιγά, σαν ξεχασμένο κερί σε γωνία παλιού σπιτιού. Η ζωή του περνάει μπροστά σου, όχι σαν κινηματογραφική ταινία αλλά σαν χίλια θραύσματα μνήμης που σε κόβουν κάθε φορά που τα αγγίζεις.
Και έπειτα, συμβαίνει. Η τελευταία ανάσα, η παύση, η ησυχία. Ο χρόνος σταματάει, το δωμάτιο γίνεται νεκρό, και εσύ δεν ξέρεις αν πρέπει να φωνάξεις, να κλάψεις ή απλά να παραλύσεις. Οι πρώτες μέρες μετά είναι ένας θόρυβος που δεν σταματάει – τηλεφωνήματα, γραφειοκρατία, τυπικότητες, ψεύτικα «τα συλλυπητήριά μου» από ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν, ούτε μπορούν.
Αλλά μετά… Μετά έρχεται κάτι απρόσμενο.
Η ανανέωση.
Γιατί έτσι λειτουργεί το σύμπαν. Η φύση δεν καταλαβαίνει από πόνο, ούτε από συναισθηματικά δράματα. Απλώς συνεχίζει. Και εσύ; Εσύ, αναγκαστικά, συνεχίζεις κι εσύ. Στην αρχή επειδή πρέπει, μετά επειδή το θέλεις. Τα χρώματα επιστρέφουν, η ζωή βρίσκει πάλι το δρόμο της μέσα στις ρωγμές της απώλειας, τα γέλια κάποτε ξανακούγονται.
Ο θάνατος είναι αηδιαστικός, σκληρός, αδυσώπητος. Αλλά, διάολε, είναι και απαραίτητος. Γιατί χωρίς αυτόν, δεν υπάρχει εξέλιξη, δεν υπάρχει νέα αρχή. Και στο τέλος της ημέρας, ο μόνος τρόπος να τον νικήσεις, δεν είναι να τον φοβάσαι – αλλά να συνεχίζεις.
Γιατί η ζωή, όσο κι αν πονάει, πάντα βρίσκει τρόπο να σε ξανασηκώσει.