Άλλη μια Καθαρή Δευτέρα ξημέρωσε στη χώρα της παράνοιας, όπου ο καιρός συνωμοτεί για να μας θυμίσει ότι οι παραδόσεις μας είναι τόσο σταθερές όσο και οι πολιτικές μας πεποιθήσεις: όλο ανατροπές και φιάσκα. Μπουφάν, κασκόλ, κρύο, αέρας που σε στέλνει κατευθείαν για αρμένικη προσευχή αντί για χαρταετό. Και όμως, τίποτα δεν σταματά τον Έλληνα από το να τιμήσει την ημέρα με όλες τις δυνάμεις του.
Τι κι αν όλο τον χρόνο ακούς για ακρίβεια, λογαριασμούς που έρχονται με καρδιογράφημα, βενζίνη που σε κάνει να σκέφτεσαι αν θα πάρεις ταξί ή θα πουλήσεις το νεφρό σου; Τι κι αν οι ταβέρνες έχουν τιμές που απαιτούν έγκριση από το ΔΝΤ; Σήμερα, φίλε μου, όλα αυτά είναι ασήμαντα. Γιατί ως διά μαγείας, η μισή Αθήνα είναι στις ταβέρνες και η άλλη μισή σε κάποιο εξοχικό, σε κάποιο χωριό, σε κάποια παραθαλάσσια ψαροταβέρνα να τιμήσει το έθιμο της… οικονομικής αμνησίας.
Αυτό το θαύμα το ζούμε σε κάθε εορταστική περίοδο. Όλοι γκρινιάζουν για την οικονομική κρίση, αλλά δες τους να παραγγέλνουν διπλές μερίδες γαρίδες, καλαμάρια και νηστίσιμα εδέσματα που κοστίζουν περισσότερο κι από λογαριασμό ΔΕΗ σε σπίτι με ηλιακή ενέργεια. Η ταβέρνα φίσκα, τα τραπέζια ασφυκτικά γεμάτα και από δίπλα οι συζητήσεις για το «πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα». Σουβλιά από σουπιές στο στόμα και δράματα στο στόρυ.
Και βέβαια, μην ξεχνάμε τους τολμηρούς που επέλεξαν να φύγουν από την πόλη. Το σκηνικό είναι γνωστό: εθνικές οδοί φρακαρισμένες, τα διόδια πιο ακριβά από τα όνειρα μας, και όλοι να ρωτούν: «Μα πού βρήκαν τα λεφτά να φύγουν όλοι αυτοί;». Η απάντηση είναι απλή: Κανείς δεν ξέρει. Ίσως οι Έλληνες γεννήθηκαν με το υπερφυσικό χάρισμα να είναι ταυτόχρονα άφραγκοι και πολυταξιδεμένοι.
Και μέσα σε όλο αυτό, οι χαρταετοί που κάνουν τις γνωστές ακροβατικές φιγούρες, μέχρι να μπλεχτούν σε κανένα καλώδιο της ΔΕΗ, να πέσουν πάνω σε καμιά γιαγιά και να δημιουργηθεί η γνωστή χαοτική εικόνα του ελληνικού πανηγυριού.
Έτσι λοιπόν, ακόμα μια Καθαρή Δευτέρα κλείνει τον κύκλο της με γεμάτα στομάχια, άδειες τσέπες, και μια βαθιά αίσθηση ικανοποίησης ότι καταφέραμε για άλλη μια φορά να ζήσουμε στο δικό μας παράλληλο σύμπαν. Μέχρι αύριο, που θα ξαναθυμηθούμε πόσο δύσκολη είναι η ζωή και θα αρχίσουμε τη γκρίνια για την ακρίβεια.
Μέχρι την επόμενη έξοδο, φυσικά.