Κάπου ανάμεσα σε ένα ακόμα “έκτακτο” δελτίο για τον πόλεμο στο Ιράν και στο τρίτο καφέ της ημέρας που πίνεις για να ξεχάσεις ότι δεν βγαίνει ο μήνας από τις 12, η ζωή συνεχίζεται. Ή τουλάχιστον προσποιείται. Πέντε εβδομάδες τώρα, ο κόσμος καίγεται—κυριολεκτικά—και εμείς εδώ παρακολουθούμε με εκείνο το βλέμμα το γνωστό: το μισό χαμένο, το άλλο μισό παραιτημένο. Σαν να βλέπεις replay μιας καταστροφής που έχεις ξαναδεί, αλλά αυτή τη φορά παίζει σε καλύτερη ανάλυση.
Και μέσα σε όλο αυτό, πλησιάζει και το Πάσχα. Νωρίς φέτος, λέει. Τόσο νωρίς που δεν πρόλαβε καν να μπει στο πρόγραμμα της συλλογικής μας κατάθλιψης. Ο κόσμος δεν έχει μπει σε mood “αρνί και οικογένεια”, είναι ακόμα στο “πόσο κάνει το ρεύμα και γιατί το ψυγείο ακούγεται σαν F-16”. Τα πρόσωπα στους δρόμους δεν θυμίζουν κατάνυξη. Θυμίζουν κάτι μεταξύ Δευτέρας πρωί και αποτυχημένης φορολογικής δήλωσης.
Και κάπου εκεί έρχεται και η μεγάλη είδηση: αύξηση βασικού μισθού. Ναι, αυτή η επική στιγμή που υποτίθεται ότι θα αλλάξει τη ζωή σου. Που τελικά αλλάζει μόνο το πόσο γελοία ακούγεται όταν τη συγκρίνεις με την τιμή στο σούπερ μάρκετ. Σαν να σου δίνουν ένα κουταλάκι νερό ενώ πνίγεσαι. Και να σου λένε “μην είσαι αχάριστος, είναι και δροσερό”.
Η ακρίβεια δεν είναι πια πρόβλημα. Είναι lifestyle. Είναι το νέο “κανονικό”. Πας να πάρεις τυρί και νιώθεις ότι επενδύεις σε ακίνητο. Βάζεις βενζίνη και σκέφτεσαι αν άξιζε τελικά να μάθεις να περπατάς μικρός. Και όλα αυτά με μια μόνιμη υποψία ότι το μέλλον δεν έρχεται απλά δύσκολο—έρχεται με φόρα και χωρίς φρένα.
Και αν νομίζεις ότι αυτά είναι αρκετά, έλα μια βόλτα από Ζωγράφου. Εδώ που η καθημερινότητα θυμίζει post-apocalyptic σκηνικό, αλλά χωρίς το budget του Hollywood. Δρόμοι σκαμμένοι, μπάζα παντού, σκουπίδια που έχουν αναπτύξει προσωπικότητα και καιρικές συνθήκες που λες “δεν μπορεί, κάποιος μας κάνει πλάκα”. Λάσπη, υγρασία και μια αίσθηση ότι ζεις μέσα σε ένα διαρκές “πριν” που ποτέ δεν γίνεται “μετά”.
Και όμως, μέσα σε αυτό το χάος, υπάρχει ένα αντίβαρο. Η ματαιοδοξία. Το “δεν βαριέσαι, πάμε για ένα ποτό”. Το να ζεις με τη μέρα, όχι από φιλοσοφία, αλλά από ανάγκη. Γιατί το αύριο δεν υπόσχεται τίποτα, οπότε το σήμερα γίνεται ό,τι πιο κοντινό σε πολυτέλεια έχεις. Και κάπου εκεί, η κοινωνία αγριεύει. Όχι από κακία—από επιβίωση. Από εκείνο το ένστικτο που λέει “κοίτα τη δουλειά σου και προχώρα”.
Καλή Ανάσταση λοιπόν. Ανάσταση από τι ακριβώς, δεν είναι ξεκάθαρο. Αλλά κάπου ανάμεσα σε πολέμους, αυξήσεις-ανέκδοτα και γειτονιές που μοιάζουν με εργοτάξιο χωρίς τέλος, ίσως η μεγαλύτερη νίκη είναι απλά να συνεχίζεις. Χωρίς πολλά-πολλά.
Άλλωστε, η ελπίδα πέθανε πρώτη.
Αλλά εμείς… ακόμα πληρώνουμε ενοίκιο.


