Ζεις σε μια ζωή που δεν εξελίσσεται. Ανακυκλώνεται.
Ξυπνάς κάθε μέρα με την ψευδαίσθηση της κίνησης, ενώ στην πραγματικότητα κάνεις κύκλους μέσα στον ίδιο βάλτο. Ρουτίνα, επανάληψη, μικρές «αντοχές» που βαφτίστηκαν χαρακτήρας. Και κάπου εκεί πείθεσαι ότι αυτό είναι σταθερότητα. Συγχαρητήρια — έμαθες να μη ζεις και να το λες κανονικό.
Όλα γύρω σου ακίνητα. Άνθρωποι παγωμένοι στον ίδιο ρόλο εδώ και χρόνια. Συζητήσεις με ημερομηνία λήξης πριν καν ξεκινήσουν. Όνειρα που μετατράπηκαν σε εκκρεμότητες και μετά σε αστείο. Και εσύ μέσα σε όλα αυτά, να παριστάνεις ότι «έτσι είναι η ζωή». Όχι. Έτσι είναι η παραίτηση με ωράριο.
Και μετά, έρχεται η ζωή. Όχι σαν αφύπνιση — σαν μπουνιά.
Σε πέντε λεπτά. Τόσο χρειάζεται για να σου υπενθυμίσει πόσο γελοία ήταν η αίσθηση ελέγχου. Ένα τηλεφώνημα και γκρεμίζεται το αφήγημα. Ένα μήνυμα και αλλάζει η τροχιά. Προς τα πάνω ή προς τα κάτω; Λεπτομέρεια. Η ζημιά έχει γίνει.
Ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι όλη αυτή η «ηρεμία» ήταν απλώς η περίοδος που η ζωή σε αγνοούσε. Δεν σε σεβόταν. Σε είχε σε αναμονή.
Και κάπου εκεί γεννιέται η σκέψη:
να αφήσεις το χάος να πάει μόνο του όπου θέλει.
Όχι γιατί είσαι φιλοσοφημένος. Αλλά γιατί βαρέθηκες να προσποιείσαι ότι κρατάς τιμόνι σε όχημα χωρίς φρένα. Να κάνεις σχέδια για έναν κόσμο που αλλάζει γνώμη πιο συχνά απ’ ό,τι αλλάζεις κάλτσες.
Οπότε ναι. Άσε το χάος.
Άσε το να διαλύσει ό,τι ήταν ήδη σάπιο.
Άσε το να πάρει μαζί του τη ρουτίνα, τις δικαιολογίες, τις δήθεν σιγουριές.
Γιατί αν κάτι έμαθες ζώντας στον βάλτο, είναι αυτό:
δεν σε πνίγει το χάος.
Σε πνίγει η συνήθεια να ζεις μισός και να το λες ζωή.
Μέχρι να ξανάρθουν τα επόμενα πέντε λεπτά.
Και θα έρθουν.


