Το Μικρό Χωριό του Ζωγράφου σε μια ακόμη μηνιαία περιήγηση στην πραγματικότητα, εκεί όπου οι δικαιολογίες έχουν μεγαλύτερη αντοχή από τα πεζοδρόμια.
Υπάρχει μια υπέροχη στιγμή κάθε καλοκαίρι στον Ζωγράφο. Ο Αύγουστος. Ο μήνας που η πόλη αδειάζει, οι δρόμοι ησυχάζουν, οι κάδοι συνεχίζουν να γεμίζουν και όλοι έχουμε λίγο περισσότερο χρόνο να παρατηρήσουμε το μεγαλείο της καθημερινότητάς μας.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε μια άδεια πολυκατοικία, ένα αυτοκίνητο πάνω σε πεζοδρόμιο και έναν κάδο που έχει αποφασίσει να γίνει μόνιμο αξιοθέατο, έρχεται η μεγάλη διαπίστωση:
Τίποτα δεν αλλάζει.
Ή, για να είμαστε πιο δίκαιοι, αλλάζουν κάποια πράγματα. Αλλάζουν οι ανακοινώσεις, αλλάζουν οι φωτογραφίες, αλλάζουν οι υποσχέσεις, αλλάζουν οι ημερομηνίες. Αυτό που παραμένει σταθερό είναι η εμπειρία του κατοίκου που βγαίνει από το σπίτι του και πρέπει να κάνει καθημερινά έναν μικρό αγώνα δρόμου μετ’ εμποδίων.
Και φυσικά, υπάρχει πάντα κάποιος που θα σου πει ότι υπερβάλλεις.
Ο Ζωγράφος: Η πόλη που λειτουργεί άψογα, αρκεί να μην κυκλοφορείς σε αυτήν
Στον Δήμο Ζωγράφου έχουμε κατακτήσει μια ιδιαίτερη μορφή διοικητικής αισιοδοξίας.
Είναι η ικανότητα να κοιτάς μια κατάσταση που χρειάζεται άμεση αντιμετώπιση και να βλέπεις μια ευκαιρία για ανακοίνωση.
Ένας δρόμος έχει προβλήματα; Θα υπάρξει ενημέρωση.
Ένα πεζοδρόμιο δυσκολεύει τη διέλευση; Θα εξεταστεί.
Η καθαριότητα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες μιας πυκνοκατοικημένης περιοχής; Θα γίνει έκκληση στους πολίτες.
Κάπου εδώ, ο κάτοικος αναρωτιέται αν πρέπει να πάρει τηλέφωνο στον Δήμο ή να αφήσει ένα σημείωμα στον κάδο.
Μην είστε άδικοι, όμως. Ο Δήμος δεν μπορεί να βρίσκεται παντού. Είναι αδύνατο να παρακολουθεί κάθε γωνιά της πόλης, κάθε πεζοδρόμιο, κάθε κάδο, κάθε δρόμο, κάθε πρόβλημα.
Αλλά τότε προκύπτει ένα απλό ερώτημα:
Αν δεν μπορεί να τα παρακολουθεί όλα, πώς ακριβώς γνωρίζει ότι όλα πάνε καλά;
Η καθαριότητα και το αιώνιο άλλοθι του πολίτη
Η καθαριότητα είναι ίσως το πιο βολικό πεδίο για να χαθεί η συζήτηση.
Ο πολίτης πετάει σκουπίδια όπου δεν πρέπει. Ο Δήμος έχει ευθύνη για την αποκομιδή. Κάποιος αφήνει ένα στρώμα δίπλα στον κάδο. Κάποιος άλλος παρατάει μπάζα από ανακαίνιση. Κάποιος τρίτος θεωρεί ότι ο δημόσιος χώρος είναι η προσωπική του αποθήκη.
Και τελικά, όλοι έχουν κάτι να πουν.
Ο Δήμος θα μιλήσει για την ανευθυνότητα των πολιτών. Οι πολίτες θα μιλήσουν για την ανεπάρκεια της αποκομιδής. Οι κάτοικοι θα ανεβάσουν φωτογραφίες. Οι σχολιαστές θα τσακωθούν. Και ο κάδος θα παραμείνει εκεί, σαν μνημείο της αιώνιας ελληνικής συνεννόησης.
Το πρόβλημα είναι ότι η πόλη δεν καθαρίζει με αναρτήσεις, ούτε με αλληλοκατηγορίες.
Χρειάζεται οργάνωση, προσωπικό, εξοπλισμό, έλεγχο, συνέπεια και κυρίως μια διοίκηση που να μπορεί να ξεχωρίζει το «έγινε μια προσπάθεια» από το «λύθηκε το πρόβλημα».
Γιατί ο κάτοικος δεν πληρώνει δημοτικά τέλη για να ακούει κάθε τόσο ότι πρέπει να είναι πιο υπεύθυνος. Τα πληρώνει και για να έχει μια πόλη που λειτουργεί.
Και ναι, η ευθύνη του πολίτη είναι πραγματική. Αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μαγικό ξόρκι κάθε φορά που η δημοτική πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες της.
Τα πεζοδρόμια: Γιατί η προσβασιμότητα θεωρείται μάλλον προαιρετική πολυτέλεια
Υπάρχουν άνθρωποι που περπατούν στον Ζωγράφο χωρίς να σκέφτονται αν θα βρουν μπροστά τους σκαλοπάτι, κολόνα, κάδο, μηχανάκι, τραπεζοκαθίσματα ή αυτοκίνητο.
Τους ζηλεύουμε.
Γιατί υπάρχουν και εκείνοι που πρέπει να υπολογίζουν κάθε διαδρομή σαν στρατιωτική επιχείρηση.
Άτομα με αναπηρία, ηλικιωμένοι, γονείς με καρότσια, άνθρωποι με κινητικές δυσκολίες. Άνθρωποι που δεν ζητούν να τους παραχωρήσει κανείς ειδική μεταχείριση. Ζητούν απλώς να μπορούν να κινηθούν στην πόλη τους.
Και όμως, η προσβασιμότητα συχνά αντιμετωπίζεται σαν κάτι που θα γίνει όταν ολοκληρωθούν όλα τα υπόλοιπα.
Δηλαδή περίπου ποτέ.
Γιατί πάντα υπάρχει κάτι πιο επείγον. Ένα έργο, μια μελέτη, μια εργολαβία, μια νέα παρέμβαση, μια επόμενη φάση.
Μόνο που ο άνθρωπος που δεν μπορεί να περάσει από το πεζοδρόμιο δεν ζει σε φάσεις. Ζει στην καθημερινότητα.
Και η καθημερινότητα δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το αν το πρόβλημα βρίσκεται στο πρόγραμμα της επόμενης τετραετίας.
Το προσωπικό, η δικαιολογία που έχει γίνει δημοτικό έμβλημα
Υπάρχει μια φράση που έχει αποκτήσει σχεδόν φιλοσοφική διάσταση στην τοπική αυτοδιοίκηση:
«Δεν έχουμε προσωπικό».
Είναι η φράση που μπορεί να εξηγήσει τα πάντα.
Δεν καθαρίστηκε ένας δρόμος; Δεν έχουμε προσωπικό.
Δεν προχώρησε μια υπηρεσία; Δεν έχουμε προσωπικό.
Υπάρχουν καθυστερήσεις; Δεν έχουμε προσωπικό.
Ο πολίτης περιμένει; Δεν έχουμε προσωπικό.
Αν κάποια στιγμή εξαφανιστεί και η ίδια η δικαιολογία, πιθανότατα θα ακούσουμε ότι δεν υπάρχει προσωπικό για να την επαναφέρει.
Το ζήτημα, βέβαια, δεν είναι να αρνηθούμε ότι υπάρχουν πραγματικές ελλείψεις. Οι δήμοι αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στελέχωσης, γραφειοκρατίας και χρηματοδότησης.
Το ζήτημα είναι άλλο:
Πότε μια δικαιολογία παύει να εξηγεί ένα πρόβλημα και αρχίζει να το συντηρεί;
Γιατί ο πολίτης μπορεί να κατανοήσει μια δυσκολία. Αυτό που δυσκολεύεται να κατανοήσει είναι γιατί η ίδια δυσκολία εμφανίζεται ξανά και ξανά, χωρίς να φαίνεται κάποια ουσιαστική αλλαγή στην καθημερινότητά του.
Και τότε, αντί να ζητά απλώς κατανόηση, αρχίζει να ζητά λογαριασμό.
Οι ανακοινώσεις: Εκεί όπου όλα μοιάζουν να κινούνται
Ο Αύγουστος είναι ένας μήνας γεμάτος από την αίσθηση ότι η πόλη βρίσκεται σε παύση.
Οι υπηρεσίες λειτουργούν με διαφορετικούς ρυθμούς, οι κάτοικοι λείπουν, οι δρόμοι αδειάζουν και η δημοτική επικαιρότητα μοιάζει να χαμηλώνει την έντασή της.
Αλλά η πραγματικότητα δεν παίρνει άδεια.
Οι ανάγκες παραμένουν. Οι υποδομές εξακολουθούν να φθείρονται. Τα προβλήματα δεν περιμένουν τον Σεπτέμβριο για να επιστρέψουν. Οι κάτοικοι που μένουν πίσω συνεχίζουν να ζουν στην ίδια πόλη.
Και κάπου εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση.
Μπορεί να υπάρχει κινητικότητα σε επίπεδο ανακοινώσεων, ενημερώσεων, σχεδιασμών και προγραμματισμών. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι υπάρχει και αντίστοιχη αλλαγή στην καθημερινότητα.
Η πόλη δεν μετρά την πρόοδο με το πόσα δελτία τύπου δημοσιεύτηκαν.
Τη μετρά με το αν ο δρόμος καθαρίστηκε, αν το πεζοδρόμιο έγινε προσβάσιμο, αν ο φωτισμός λειτουργεί, αν μια υπηρεσία εξυπηρετεί και αν ο κάτοικος αισθάνεται ότι κάποιος ασχολείται πραγματικά.
Τα υπόλοιπα είναι επικοινωνία.
Και η επικοινωνία, όσο καλοστημένη κι αν είναι, δεν περπατάει για λογαριασμό μας.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο γνωστός κάτοικος που «δεν βλέπει κανένα πρόβλημα»
Σε κάθε πόλη υπάρχει ο άνθρωπος που θα σου πει:
«Εγώ μια χαρά τα βλέπω».
Δεν έχει σημασία αν δίπλα του υπάρχει ένας γεμάτος κάδος, αν το πεζοδρόμιο είναι κατειλημμένο ή αν ο δρόμος χρειάζεται παρέμβαση. Εκείνος θα βρει έναν τρόπο να σου εξηγήσει ότι όλα είναι θέμα υπερβολής.
«Έτσι ήταν πάντα».
«Μια χαρά είναι ο Δήμος».
«Εσύ τα βλέπεις όλα μαύρα».
«Να πας να ζήσεις αλλού».
Και κάπου εδώ αρχίζει το πιο ενδιαφέρον κοινωνικό φαινόμενο.
Γιατί άλλο είναι να μη βλέπεις ένα πρόβλημα.
Και άλλο είναι να το βλέπεις, αλλά να μη θέλεις να το αναγνωρίσεις.
Ο δεύτερος δεν χρειάζεται απαραίτητα περισσότερα στοιχεία. Χρειάζεται ίσως να αποδεχτεί ότι η πραγματικότητα δεν γίνεται καλύτερη επειδή δεν τη σχολιάζει.
Ίσως να έχει συνηθίσει. Ίσως να έχει διαφορετικές προτεραιότητες. Ίσως να μη θέλει να συγκρουστεί με κανέναν. Ίσως να πιστεύει ότι η κριτική είναι αδικία. Ίσως, πάλι, να έχει τους λόγους του.
Και φυσικά, ο καθένας έχει δικαίωμα στην άποψή του.
Αλλά υπάρχει μια μικρή διαφορά ανάμεσα στο «εγώ δεν αντιμετωπίζω αυτό το πρόβλημα» και στο «αυτό το πρόβλημα δεν υπάρχει».
Το πρώτο είναι προσωπική εμπειρία.
Το δεύτερο είναι άρνηση της πραγματικότητας.
Η πόλη δεν χρειάζεται άλλους υπερασπιστές της ακινησίας
Ο Ζωγράφος δεν χρειάζεται κατοίκους που θα χειροκροτούν κάθε δημοτική ανακοίνωση. Ούτε χρειάζεται ανθρώπους που θα καταγγέλλουν τα πάντα, χωρίς να αναγνωρίζουν καμία θετική προσπάθεια.
Χρειάζεται κάτι πολύ πιο δύσκολο.
Χρειάζεται πολίτες που να μπορούν να βλέπουν και τα καλά και τα κακά.
Να αναγνωρίζουν μια σωστή παρέμβαση, αλλά να μην ξεχνούν δέκα προβλήματα που παραμένουν άλυτα.
Να μην αντιμετωπίζουν κάθε κριτική ως επίθεση.
Να μην θεωρούν ότι η αγάπη για την πόλη επιβάλλει σιωπή.
Γιατί η πόλη δεν βελτιώνεται όταν όλοι συμφωνούν ότι είναι υπέροχη.
Βελτιώνεται όταν κάποιος λέει ότι κάτι δεν λειτουργεί και οι υπόλοιποι, αντί να ψάχνουν ποιος το είπε, ψάχνουν πώς θα διορθωθεί.
Αλλά αυτό απαιτεί μια μικρή υπέρβαση.
Να σταματήσουμε να θεωρούμε φυσιολογικό ό,τι επαναλαμβάνεται.
Να μη βαφτίζουμε «κανονικότητα» την ταλαιπωρία.
Να μην αντιμετωπίζουμε ως αναπόφευκτο κάθε πρόβλημα που υπάρχει εδώ και χρόνια.
Και κυρίως, να μην πιστεύουμε ότι επειδή κάτι το συνηθίσαμε, έπαψε να είναι πρόβλημα.
Συμπέρασμα: Καλό φθινόπωρο, με τις ίδιες παλιές εκκρεμότητες
Ο Αύγουστος τελείωσε.
Οι διακοπές τελείωσαν για πολλούς. Οι δρόμοι θα ξαναγεμίσουν. Οι υπηρεσίες θα επιστρέψουν στους συνηθισμένους ρυθμούς. Οι κάτοικοι θα ξαναβγούν στους δρόμους και θα ξανασυναντήσουν την πόλη που άφησαν πίσω.
Και το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα συναντήσουν μια διαφορετική πόλη.
Ή αν θα συναντήσουν απλώς την ίδια πόλη με καινούργιες ανακοινώσεις.
Γιατί, τελικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι ο Ζωγράφος δεν έχει δυνατότητες.
Το πρόβλημα είναι ότι έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που θα μπορούσε να είναι και σε αυτό που είναι.
Και όταν κάποιος το επισημαίνει, πάντα θα βρεθεί ένας άλλος να του πει ότι υπερβάλλει.
Ίσως επειδή δεν το βλέπει.
Ίσως επειδή δεν τον αφορά.
Ίσως επειδή έχει τους λόγους του.
Ή ίσως επειδή, σε αυτή την πόλη, η συνήθεια έχει γίνει τόσο ισχυρή, που πλέον μοιάζει με πραγματικότητα.
Καλό φθινόπωρο, Ζωγράφου.
Να είμαστε καλά, να έχουμε υγεία, υπομονή και γερά γόνατα.
Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε θα χρειαστεί να κατέβεις από το πεζοδρόμιο για να συνεχίσεις τη διαδρομή σου.
Και μέχρι να αλλάξει κάτι, ας κρατήσουμε τουλάχιστον την αίσθηση του χιούμορ.
Γιατί αν χαθεί κι αυτό, θα μείνει μόνο η ανακοίνωση.



